βρόταχος

βρότᾰχος, , [dialect] Ion. for βάτραχος (q. v.), Xenoph.40.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βρόταχος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βροτάχους — βρόταχος masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρόταχον — βρόταχος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάτραχος — (rana). Αμφίβιο που ανήκει στο γένος ράνη της οικογένειας των ρανίδων. Το πιο γνωστό είδος στην Ευρώπη είναι ο β. ο κοινόςπράσινοςεδώδιμος. Ο λαός τον αποκαλεί και βατράχι, βαθράκι, βαθρακό, μπάκακα και βάθρακα. Το στόμα του είναι πολύ ευρύ και… …   Dictionary of Greek

  • brotac — BROTÁC, brotaci, s.m. (zool.) Broatec. – Probabil refăcut din brotăcel (după modelul lui gândac – gândăcel etc.). Trimis de valeriu, 13.09.2007. Sursa: DEX 98  BROTÁC s. 1. v. brotăcel. 2. broască. 3. călcâi. Trimis de siveco, 13.09.2007. Sursa …   Dicționar Român

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.